Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Ένα αγαπημένο απόσπασμα από το Μονόγραμμα του Ελύτη.




…Είναι νωρίς ακόμη μές στον κόσμο αυτόν, μ΄ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ΄ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ΄ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ΄ ακούς
Είμ΄ εγώ, μ΄ ακούς
Σ΄ αγαπώ, μ΄ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ΄ ακούς
Πού μ΄ αφήνεις, πού πάς και ποιος, μ΄ ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ΄ τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θά ΄ρθει μέρα, μ΄ ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ΄ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ΄ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ΄ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ΄ ακούς
Όπου  κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ΄ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ΄ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ΄ ακούς
Ή κανείς ή και οι δύο μαζί, μ΄ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ΄ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν΄ ανθίσει αλλιώς, μ΄ ακούς
Σ΄ άλλη γη, σ΄ άλλο αστέρι, μ΄ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ΄ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ΄ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ΄ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ΄ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ΄ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ΄ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει- ακούς;
Είμ΄ εγώ που φωνάζω κι είμ΄ εγώ που κλαίω, μ΄ ακούς
Σ΄ αγαπώ, σ΄ αγαπώ, μ΄ ακούς.


Και η δική μου ανάγνωση.

Είναι νωρίς ακόμα για την ανθρωπότητα να νιώσει το μεγαλείο της αληθινής αγάπης. Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα που κρύβουμε μέσα μας. Ο φόβος, ο εγωισμός, το ασυνείδητο το γεμάτο απωθημένα, κόμπλεξ, ανεξερεύνητα ακόμα σπήλαια, που δεν έχουμε αναγνωρίσει και αποδεχτεί. Ο ποιητής έχει ένα μαχαίρι να τσακίζει τους κλώνους των άστρων, να εξημερώνει τα τέρατα. Και εξημερώνοντάς τα διευρύνεται, γίνεται αυτός που αγαπάει και την κρατάει και την πάει. Ποια; Τη γυναίκα, εξωτερικά. Της φοράει το λευκό νυφικό της Οφηλίας. Γιατί επιλέγει την Οφηλία; Ήταν ένα τραγικό πρόσωπο και ο αγαπημένος της, ο Άμλετ, είχε αμφιλεγόμενα συναισθήματα για αυτήν. Και οι δυο τους ανήκουν στον πάνθεον των καταραμένων ηρώων. Μήπως επειδή οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ακόμα ανώριμες, τραγικές, γεμάτες αντιφάσεις; Αλλά το νυφικό της είναι λευκό, που συμβολίζει την αθωότητα, αυτήν την αθωότητα της αγάπης γυρεύει ο ποιητής και η Οφηλία, εκτός από ηρωίδα του Σαίξπηρ είναι και δορυφόρος του Ουρανού, όπως δορυφόρος του πνεύματος είναι αυτός που αναζητεί την αλήθεια της αγάπης.   κατευθυνόμενος από το Φως  ο ποιητής ανέρχεται στις ανώτερες πνευματικές σφαίρες,   εκεί την πάει, την ανεβάζει, όταν έχει έμπνευση, ενώνεται με τον Ανώτερο Εαυτό. Η αγάπη του είναι που τον ανεβάζει. Αλλά θέλει να κρατήσει για πάντα την ευδαιμονία. Τη βλέπει να χάνεται και φοβάται. Πού μ΄ αφήνεις; Έρχεται μέσα του ο φόβος του θανάτου. Έρχεται ο φόβος του χρόνου, που κάνει  στο πέρασμά του και τους Αγίους να δακρύζουν, γιατί όλα αλλάζουν, πεθαίνουν, γίνονται πέτρες, που πάνω τους γράφεται η απονιά των ανθρώπων. Αλλά ο χρόνος, αυτός ο αμείλικτος, που σκορπίζει τον άνθρωπο, σαν πικρά βότσαλα στη θάλασσα, είναι και μια μεγάλη εκκλησία. Μαζί με την πίκρα για τη ζωή που χάνεται, σε διδάσκει πώς να πραγματώνεις στην κάθε στιγμή την αγάπη, πώς να κοιτάζεις ψηλά, εκεί που οι καμπάνες ανοίγουν ένα πέρασμα βαθύ, εκεί που περιμένουν οι άγγελοι με νεκρώσιμους ψαλμούς, εκεί που αφυπνίζεται η συνείδηση κι ο παλιός εαυτός πεθαίνει, για να γεννηθεί ο πνευματικός άνθρωπος περνώντας μέσα απ΄ το βαθύ πέρασμα. Αλλά ο ποιητής γνωρίζει πως χωρίς αγάπη, χωρίς την ένωση με την αγαπημένη του δεν έχει αξία ο παράδεισος, δεν υπάρχει παράδεισος. ‘’Πουθενά δεν πάω, μ΄ ακούς, ή κανείς ή και οι δυο μαζί, μ΄ ακούς;’’ Το λουλούδι της καταιγίδας, της λέει, μαζί το κόψαμε. Μαζί θέλει να πορευτούν στο δρόμο της αγάπης, που είναι όμορφος σαν λουλούδι, αλλά μέσα στην καταιγίδα, δύσβατος δρόμος συνάμα. Μια για πάντα, στον αιώνα, όχι για λίγο, όχι για όσο μας είναι βολικό κι όχι αλλού, παρά εδώ και τώρα, σ΄ αυτό το χώμα, που αγγίζουμε, να γειώσουμε την αληθινή αγάπη. Σαν μοναδικοί κηπουροί να ευτυχήσουμε να τινάξουμε λουλούδι μες τη μέση της θάλασσας, μέσα στα αχανή νερά των συναισθημάτων, το υπέροχο λουλούδι της αγάπης. Η αγάπη, με τη δύναμή της -το θέλημα- κυριαρχεί μες τη μέση του ασυνειδήτου και ανεβάζει στη συνείδηση ολόκληρο νησί με σπηλιές και κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς, κρυμμένα μυστικά από τον ίδιο μας τον εαυτό, κομμάτια του ασυνειδήτου, που καθώς γίνονται συνειδητό, είναι γκρεμοί, που τους βλέπει ο ποιητής, αλλά ανθισμένοι. Και μέσα στο ταξίδι της αυτογνωσίας, που συνεχίζει, είναι αυτός που μιλάει στα νερά, αυτός που κλαίει. Είναι αυτός που βλέπει τα συναισθήματά του (συμβολίζονται με τα νερά), τα κενά του, την ανθρώπινη φύση του, αυτός που κλαίει, γιατί ως άνθρωπος έχει αδύναμες όψεις, αυτός που φωνάζει, γιατί ζητάει την αγάπη, γιατί ξέρει ότι χωρίς την αγάπη δεν θα μπορέσει να λυτρωθεί, αλλά δεν ρωτάει ‘’μ΄ αγαπάς;’’. Έχει κάνει ένα βήμα πιο πάνω. Έχει νιώσει την αληθινή αγάπη. Λέει σ΄ αγαπώ. Ρωτάει όμως ‘’ μ΄ ακούς;’’, γιατί ακόμα τον νοιάζει να ακούσει η αγαπημένη του με την καρδιά, όχι με τ΄ αυτιά, να νιώσει κι εκείνη το ίδιο, να λυτρωθούν μέσα από την ένωση. Αν δεν τον ακούσει, δεν θα προχωρήσει ούτε εκείνος, ας περιμένουν οι άγγελοι, δεν θα περάσει το βαθύ πέρασμα, δεν θα πάει πουθενά. Ο ποιητής γνωρίζει ότι δεν υπάρχει παράδεισος χωρίς την πραγμάτωση της αγάπης. Βλέπει την ομορφιά του παράδεισου. Βλέπει με την ένωσή του με το πνευματικό πεδίο, μέσα από την έμπνευση, τους αγγέλους, αλλά δεν του φθάνει η ατομική ευδαιμονία. ‘’΄Η κανείς ή κι οι δυο μαζί, μ΄ ακούς.’’. Κι εδώ, στο τέλος του ποιήματος, δεν βάζει ερωτηματικό στο ακούς, βάζει τελεία. Σαν να λέει, γνωρίζω πως ακούς, θέλω ν΄ ακούς, την αλήθεια της αγάπης δεν γίνεται να μην την ακούς. Αλλιώς, λέει στο δίστιχο στην αρχή του Μονογράμματος ‘’θα πενθώ πάντα -μ΄ ακούς;- για σένα μόνος, στον Παράδεισο.’’…

Υ.Γ. Ευχαριστώ Οδυσσέα Ελύτη για την ομορφιά που μας χαρίζεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου