Πέμπτη 24 Μαΐου 2012
Πέμπτη 17 Μαΐου 2012
Μικρή προσωπική ανθολογία-κομμάτια αγαπημένων ποιητών
''Λάμπει μέσα μου εκείνο που
αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει.''
''Δεν εγεννήθηκα ν΄ ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ΄ ουρανού κει πάλι
ζητώ ν΄αποκατασταθώ.''
''Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που
υπάρχει
Παρ΄ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και
στο Τίποτα.''
''Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου
δίδεται.''
''Ένα κλειδί γυρίζει κι απ΄ τις
δύο μεριές ή που κλείνεσαι ο ίδιος
Ή που σ΄ όλους ανοίγεσαι. Μ΄
ανοιχτά παράθυρα πανιά.''
''Με την αγάπη
θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ΄ το αμπάρι του κορμιού.
Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των
αγγέλων
η απελπισία.
Και προπαντός
ας μην αφήσουμε την αγάπη
να συνωστίζεται με τόσα
αισθήματα..''
''Είναι ρωγμή στο στήθος η
αγάπη.''
''Είμαι των άστρων ο σκύλος
με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.''
''Μη λησμόνει την εγρήγορση.''
''Κι αν χιονίζει στο πνεύμα
κι αν κρυώνουν οι μεγάλες
ιδέες
ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει.''
''Δάκρυα μη χαλνάς΄ όλοι ανήκουμε
στην ανάσταση.''
''Έχε όρους αιωνιότητας,
''Πού ΄ναι η αγάπη που κόβει τον
καιρό μονοκόμματα
στα δυο και τον αποσβολώνει;''
''κι είναι η σιγή τάσι αργυρό
όπου πέφτουν οι στιγμές''
''τον ξένο και τον εχθρό τον
είδαμε στον καθρέφτη''
''Δώσε μας, έξω από τον ύπνο, τη
γαλήνη.''
''Κι η ποίηση είναι σα ν΄ ανεβαίνεις
μια φανταστική σκάλα
για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.''
''Χαμηλώστε
βάλτε τ΄ αυτί σας στον τοίχο
σ΄ όλους τους τοίχους του
κόσμου.''
''α, το ωραίο μυστήριο νά ΄σαι
μονάχος,
το μυστήριο νά ΄σαστε δυο ή το
μέγα μυστήριο
νά ΄μαστε όλοι.''
''Απ΄ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ΄ τη νοσταλγία σου για
κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.''
''Και κάποτε θα τρομάξεις
όταν καταλάβεις ποιος είσαι.''
''τι άλλο η αμαρτία απ΄ το να μην
αγαπάς τον εαυτό σου.''
''γιατί ο θάνατος είναι πάντα η
συνέχεια ενός μεγάλου
ονείρου.''
''είμαστε ένοικοι της
ματαιότητας.''
''Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον
όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο.''
''Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου:
ονειρεύτηκα πολύ. Έτσι
ξέχασα να ζήσω.''
''κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για
τον άλλον
είμαστε κιόλας νεκροί.''
''Ω, απέραντη νοσταλγία για κάτι
που ποτέ δεν ζήσαμε
Κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή
μας…''
''’θα ΄χουμε σε παλιό καθρέφτη
γνωριστεί
Κι έμεινε αυτό το ράγισμα στα
μάτια.''
''Θέλει κι η νύχτα μια γουλιά απ΄
το αίμα σου
Για να σαλπίσει τ’ άστρα της.''
''Το κλάμα σου καλώδιο΄ το πιάνω
με βρεγμένα χέρια.''
''Η μάνα μοναχή στο σπίτι
και τα παιδιά στις πολιτείες
το ένα γκαρσόνι το άλλο σωφέρ
το τρίτο μετανάστης.
-Θά ΄ρθω μανούλα νοικοκύρης
Με κούρσα κόκκινη και με γραβάτα.
-Θα ΄ρθεις παιδί μου μουσαφίρης
Με δυο βρυσούλες στα πικρά σου
μάτια.''
''Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα
Μαγιού σε χάνω,
Άνοιξη, γιέ, που αγάπαγες κι
ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες και
δίχως να χορταίνεις
Άρμεγες με τα μάτια σου το φως
της οικουμένης.''
''κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη ημέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι
απορήσει.''
''Τόσο βαθύς κι ωραίος
τόσο μεγάλος έγινα
απ΄ την αγάπη σου
που δε δύνεσαι πια
να μ΄ αγκαλιάσεις.''
''Σηκωθήκαμε,
ξεσκεπάσαμε τους καθρέφτες,
κοιταχτήκαμε,
κι ήμασταν νέοι πριν από χιλιάδες
χρόνια, νέοι
ύστερ΄ από χιλιάδες χρόνια, γιατί
ο χρόνος και ο ήλιος
έχουν την ίδια ηλικία- την ηλικία
μας΄
κι αυτό το φως δεν ήτανε καθόλου
αντικατοπτρισμός
μα το δικό μας φως φιλτραρισμένο
μέσα απ΄ όλους τους θανάτους.''
''ίσως να μάθαινε πως κάθε κύκλος
έχει κι ένα κέντρο
(ή μήπως όλοι οι κύκλοι το ίδιο
κέντρο;)''
''Το ποίημα είναι
τ΄ αρνητικό της σιωπής.''
''και με φοβούνται στρατηγοί
δικτάτορες συνταγματάρχες βασι-
λιάδες στρατοδίκες
παρ΄ ότι δεν έχω στην κωλότσεπη
μπιστόλι
ούτε γροθιά σιδερένια
ούτε σουγιά να κόβω το ψωμί μου
ούτε μπαστούνι ούτε γεράκι
τίποτα τίποτα
πάρεξ ένα τρεμάμενο χαμόγελο
μπροστά στο θαύμα του κόσμου
που ετοιμάζουν οι πραγματικοί
επαναστάτες.''
''Σώμα περιφραγμένο-συστολή του
απείρου.''
''Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα
στην ποίηση ο χρόνος.''
''Στο διάφανο φτερό ενός εντόμου
μελέτησα τη γεωγραφία
της τέχνης.''
''Σκέφτομαι σημαίνει σκέφτομαι
τον θάνατο.''
''κι ο χρόνος
πάντοτε Κρόνος
κανίβαλος τρόμος''.
''και πάντοτε του ήλιου οι
απομείναντες
Οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με
φεγγάρι
Ψάξε καλά
Βρες τους, Ποιητή!
Κατάγραψέ τους προσεχτικά
Γιατί όσο παν και λιγοστεύουν
λιγοστεύουν.''
''κοντή βιολέτα
που είναι η ζωή…
Κι εγώ πού ΄χα σκοπό
να γύριζα να γύριζα
ολόκληρη Παράδεισο!''
''Είναι τα δάκρυα της γης που
κάνουνε τα γέλια της ν΄ ανθούνε.''
''- Ποια γλώσσα είν΄ η δική σου,
ω θάλασσα;
-
Η γλώσσα της αιώνιας απορίας.
-
Ποια γλώσσα είν΄ η δική σου
απάντηση, Ουρανέ;
-
Η γλώσσα της αιώνιας σιωπής.''
''Ο πόθος του
πουλιού νά ‘τανε σύγνεφο.
Μα πώς ποθεί το
σύγνεφο να ήτανε πουλί.''
''Τ΄ αστέρια δεν τα
νοιάζει να φανούν ωσάν πυγολαμπίδες.''
''Μη χάνεις τον
καιρό σου λουλούδια να μαζέψεις για να τά ΄χεις,
μα τράβα εμπρός,
γιατί λουλούδια θε ν΄ ανθούν σ΄ όλο το δρόμο σου.''
''Ο άνθρωπος
ρίχνεται στο θόρυβο για να πνίξει την ίδια
του κραυγή της
σιωπής.''
''νά ΄ναι η ψυχή μου που να βγει
στα ολάνοιχτα ζητάει, ή μήπως είναι του κόσμου η ψυχή που στην καρδιά μου για
να μπει την πόρτα της χτυπάει;
''Είμαι κ’ εγώ
μια μικρή λεπτομέρεια
μέσα στην τραγική
ιστορία του σύμπαντος.''
''Πέφτει και χάνεται βαθιά μου το
κενό.
Ή ανατέλλει ο ήλιος πάνω ή
βασιλεύει,
κάτω από φως ή από σκοτάδι δεν
περνώ.
Μέσα μου κάτι όλο το χώρο
κυριεύει.
Μες στης μεγάλης μου ψυχής τον
ουρανό,
η ουράνια σφαίρα σαν αστράκι
ταξιδεύει.''
''Δεν πρέπει την αλήθεια να την
λέει κανένας όπου τύχει.'
Νικηφόρος Βρεττάκος
‘’Ο κήπος υπαινίσσεται τόση ώρα
πως ζούμε σ΄ έναν κόσμο με
νόημα.’’
Γιώργος Βέης.
‘’Πάνω στα φύλλα
ο ήλιος μάς άφησε
τα χαϊκού του.’’
‘’΄Ηρθες μονάχος.
Θα φτιάξεις τον κήπο σου.
Μόνος θα φύγεις.’’
Τουμανίδης.
Τετάρτη 16 Μαΐου 2012
Λίγα λόγια για μένα...
Γεννήθηκα στην Αθήνα. Είμαι μητέρα δύο παιδιών, πτυχιούχος
της Νομικής και εργάστηκα
στην Εθνική Τράπεζα.
Έζησα και ζω σε γειτονιά, έπαιξα σε
χωματόδρομους και η γιαγιά μου υπήρξε μια σπουδαία, ανώνυμη παραμυθού. Με τα
παραμύθια της ήταν εκείνη που άνοιξε για μένα την πρώτη πόρτα της τέχνης. Της
το χρωστώ. Αργότερα, όταν πια είχα μάθει να διαβάζω, μια δεύτερη πόρτα του
μαγικού σπιτιού άνοιξε με το πρώτο
βιβλίο που διάβασα. Ήταν η ‘’Μελωδία της ευτυχίας’’. Λάτρεψα το διάβασμα, γιατί
με ταξίδευε. Πήγα πολλά ταξίδια από τότε και κάποτε θέλησα να χαράξω και μόνη
μου τη ρότα των δικών μου ταξιδιών. Έγραψα το πρώτο μου ποίημα στα δώδεκα και
λίγο μετά ξεκίνησα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Ήταν για το Λόρδο Βύρωνα, αλλά
γρήγορα το παράτησα. Αργότερα, στο γυμνάσιο, έκανα λογοτεχνική μετάφραση της
Ιλιάδας και με την παρότρυνση και υπομονή του καθηγητή μας την απήγγελα στο
μάθημα. Δεν έπαψα ποτέ να γράφω ποίηση, μόνο που κρατούσα τα ποιήματα σε
κλειδωμένα συρτάρια. Ωσότου κατανόησα πως τα κρυμμένα ποιήματα είναι κρυμμένος
εγωισμός, πως η ανάγκη μου να τα μοιραστώ είναι μεγαλύτερη από το φόβο της
απόρριψής τους. Τότε πήρα την απόφαση. Ένα δωμάτιο με φως, πολλά βιβλία, παλιά γραφτά μου
κι ένα κομπιούτερ. Πήρα να διορθώνω παλιά ποιήματα κι άρχισα να γράφω ένα
μυθιστόρημα. Κάποιες φορές γράφω και στίχους.
Το 2006 ολοκλήρωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα, με τίτλο ‘’ΤΟ ΔΙΠΛΟ
ΚΛΕΙΔΙ’’ και προτού το δώσω για έκδοση, πληροφορήθηκα από το internet για το
διαγωνισμό μυθιστορήματος που διοργάνωνε η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Έλαβα
μέρος και πήρα το δεύτερο βραβείο. Τους ευχαριστώ. ΄Ηταν ιδιαίτερη χαρά για
μένα, ήταν μια παρότρυνση να προχωρήσω.
Το βιβλίο αυτό
ακόμα δεν το έχω εκδώσει. Συνέχισα όμως με τα ποιήματα. Το 2008, την 21η
Μαρτίου, ημέρα της ποίησης(!), είδα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων την πρώτη
μου ποιητική συλλογή, με τίτλο ‘’ΠΟΡΦΥΡΟ ΦΩΣ’’ (Εκδόσεις Γαβριηλίδης). Η συλλογή
απέσπασε καλές κριτικές, όχι δημοσιευμένες, αλλά με επιστολές προς εμένα, από
ποιητές και πεζογράφους, όπως ο Νάσος Βαγενάς, ο Γιώργος Βέης, ο Στάθης
Κουτσούνης, ο Γιώργος Ρωμανός, ο Μανώλης Πρατικάκης, η Μάρω Βαμβουνάκη και
άλλοι. Ποιήματά μου καθώς και ένα διήγημά μου έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα
λογοτεχνικά περιοδικά.
Κλείστηκα πάλι στο εργαστήρι μου και τελείωσα ένα δεύτερο μυθιστόρημα, μια δεύτερη ποιητική συλλογή και στίχους. Δόξα τω Θεώ, καλή σοδειά.
Στο μεταξύ σκέπασαν τη χώρα μας τα μολυβένια σύννεφα της κρίσης. Σαν ένα χαλασμένο ρολόι στη μέση της πλατείας του κόσμου η Ελλάδα μας. Σταματημένο στο παρά πέντε. Ή θα χαθούμε ή θα αναστηθούμε. Οι Κινέζοι έχουν μια λέξη σύνθετη για την κρίση. Το πρώτο συνθετικό της είναι κίνδυνος, το δεύτερο ευκαιρία. Αν τη δούμε ως ευκαιρία για αξιοποίηση, ίσως ξεφύγουμε από τον κίνδυνο. Ίσως βγούμε πιο δυνατοί μετά απ΄ αυτό, αναστημένοι. Αλλά πώς αλλιώς, αν όχι με την πνευματικότητα; Και δεν είναι η τέχνη ένα μονοπάτι της; Δεν είμαι οικονομολόγος, για να προτείνω μια οικονομολογική, ασφαλή έξοδο από την κρίση. Άλλωστε πιστεύω πως δεν πρόκειται για μια στενά οικονομική κρίση, που αφορά μόνο τη χώρα μας, αλλά για μια κρίση ταυτότητας και αξιών παγκόσμια. Είναι καιρός να δούμε πού οδηγεί η πόλωση στο χρήμα, η απληστία, η άγνοια της πνευματικής μας υπόστασης. Καιρός να αναζητήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλο άνθρωπο, τον διπλανό μας και τον όπου γης.
Κλείστηκα πάλι στο εργαστήρι μου και τελείωσα ένα δεύτερο μυθιστόρημα, μια δεύτερη ποιητική συλλογή και στίχους. Δόξα τω Θεώ, καλή σοδειά.
Στο μεταξύ σκέπασαν τη χώρα μας τα μολυβένια σύννεφα της κρίσης. Σαν ένα χαλασμένο ρολόι στη μέση της πλατείας του κόσμου η Ελλάδα μας. Σταματημένο στο παρά πέντε. Ή θα χαθούμε ή θα αναστηθούμε. Οι Κινέζοι έχουν μια λέξη σύνθετη για την κρίση. Το πρώτο συνθετικό της είναι κίνδυνος, το δεύτερο ευκαιρία. Αν τη δούμε ως ευκαιρία για αξιοποίηση, ίσως ξεφύγουμε από τον κίνδυνο. Ίσως βγούμε πιο δυνατοί μετά απ΄ αυτό, αναστημένοι. Αλλά πώς αλλιώς, αν όχι με την πνευματικότητα; Και δεν είναι η τέχνη ένα μονοπάτι της; Δεν είμαι οικονομολόγος, για να προτείνω μια οικονομολογική, ασφαλή έξοδο από την κρίση. Άλλωστε πιστεύω πως δεν πρόκειται για μια στενά οικονομική κρίση, που αφορά μόνο τη χώρα μας, αλλά για μια κρίση ταυτότητας και αξιών παγκόσμια. Είναι καιρός να δούμε πού οδηγεί η πόλωση στο χρήμα, η απληστία, η άγνοια της πνευματικής μας υπόστασης. Καιρός να αναζητήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλο άνθρωπο, τον διπλανό μας και τον όπου γης.
Γράφω για να εμβαθύνω στην ψυχή μου και για ν΄ αγγίξω τη δική σου. Δεν
ξέρω αν θα τα καταφέρω.
Ξέρω πως την ίδια
τη στιγμή που γράφω παίρνω και την αμοιβή μου. Είναι η πληρότητα της δημιουργίας
κι αυτό είναι ο μισός δρόμος. Εκεί, στα μισά του δρόμου, προσδοκώ να σε συναντήσω,
συνοδοιπόρε αναγνώστη και να γράψουμε μαζί τα υπόλοιπα…
Από την ποιητική συλλογή ''Πορφυρό Φως'' :
Ομπρέλες.
Βρέχει.
Δες πως το δάκρυ της βροχής
ξεπλένει
τις φλέβες των φύλλων
τα φτερά των πουλιών
τις σκονισμένες ομπρέλες.
Βρέχει.
Θα μπορούσαμε να είχαμε σμίξει
στη σιωπή των συναισθημάτων.
Aν οι ομπρέλες
δεν ήταν
για τους μοναχικούς.
Ο άλλος.
Θλιβερό. Να νιώθεις τόση μοναξιά
μέσα στο πλήθος.
Παρήγορο. Να ξέρεις πως
την ίδια μοναξιά
τη νιώθει και το πλήθος.
Πες πως δεν είσαι εσύ κι οι άλλοι.
Πες πως είσαι συ ο άλλος
που περπατάει μόνος
που πλαγιάζει μόνος
που συνωστίζεται μέσα στο πλήθος
μόνος.
Το σώμα της αγάπης.
Εντρύφημα στο σώμα της αγάπης
το σώμα σου.
Όταν δεν κατακλύζεσαι
από της μνήμης τους καταρράχτες.
Από ποια μολυσμένη πηγή κατάγονται
και σου θολώνουν τα μάτια;
Και πώς τα μάτια σε γελούν
και πίνεις βρόμικο νερό;
Κουβαλάς κι εσύ ένα δέντρο
με τις ρίζες
βαθιά χωμένες στο χώμα.
Ένα ξερό χειμωνιάτικο δέντρο.
Που απαιτεί
‘’ή θα με κάνεις ν΄ ανθίσω’’
και απειλεί
‘’ή θα με κουβαλάς ξερό’’.
Πίνεις το λασπωμένο νερό
που λιμνάζει στις ρίζες του.
Αγγίζεις τους ρόζους του
και γδέρνεις της αγάπης τις παλάμες.
Καμιά φορά στο φως μιας αστραπής
στεγνώνεις.
Τότε ας προλάβαινα να φωτογραφίσω
της αγάπης το σώμα.
Το γεφύρι.
Με κοιτάς
σαν να ψάχνεις αλλού.
Μέσα;
Πίσω; Σε κάποια παλιά ζωή;
Με εξουθενώνει αυτή η απόσταση.
Έλα, δεν έχουμε άλλο δρόμο
να διανύσουμε
από εκείνο το παλιό μονοπάτι.
Εκείνο το κακοτράχαλο με την άγρια φύση της αγάπης.
΄Εστρωσα γεφύρι με τις πλάτες μας
κι έκλεισα μέσα του την ψυχή μου.
Κι αν η άγνοια, πρωτομάστορα,
δεν αφήνει τα πόδια σου να το πατήσουν
εδώ είναι μονόδρομος
μόνο απ΄ αυτό το γεφύρι θα περάσεις.
Μύθοι γυμνοί.
Τώρα που μείνανε οι μύθοι μας γυμνοί
σα μαδημένα πουλιά
σ΄ ένα ταξίδι στο γνωστό μας άγνωστο
πλήρεις δέους και συνειδήσεως ταξιδεύουμε
εν πλήρει επιγνώσει
της προσωπικής μας αδυναμίας.
Καιρός ν΄ αναλογιστούμε πως δεν μας ανήκει
τίποτα
ίσως ούτε κι αυτή η αδυναμία.
Κι ίσως ετούτη να είναι η σωτήρια επίγνωση.
Για το ταξίδι μας καινούργια ρότα.
Ο Δ.Ι.Καραμβάλης γράφει για το ''Πορφυρό Φως''...
Δ.Ι.Καραμβάλης.
ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΣΤΟ ''ΠΟΡΦΥΡΟ ΦΩΣ'' ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΔΑΝΕΛΗ.
Η Αθανασία Δανέλη γεννήθηκε
στην Αθήνα και σπούδασε νομικά. Το ‘’ΠΟΡΦΥΡΟ
ΦΩΣ’’ είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε από τις
εκδόσεις ‘’ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ’’ το έτος 2008.
Εκείνο που θα πρέπει αμέσως να
παρατηρήσουμε είναι πως δεν πρόκειται για πρωτόλειο, αντίθετα και ξεχωριστή
δομή ύφους και συμπαγή και νοηματική καθαρότητα και προσωπικό τρόπο γραφής
έχουν τα ποιήματά της.
Ένας ευτυχής συνδυασμός ευαισθησίας
και πάθους από τη μια και φιλοσοφικής θέασης των δρώντων και των δρωμένων από
την άλλη διαπνέει τους στίχους της, ενώ κατέχει καλά να ιστορεί συμβάντα και
καταστάσεις, που τα βιώνει και τα διυλίζει σ΄ ένα δεύτερο βαθμό στο εργαστήρι
της ψυχής της μ΄ ένα πορφυρό φως, στο οποίο προσδίδει διαχρονικές καταστάσεις
και μηνύματα. Ιδιαίτερα στα μεγάλα της ποιήματα μπορούν ν΄ αποσπασθούν στροφές
και να γίνουν μερικότερα ποιήματα διατηρώντας την αυτοτέλεια και την αυθυπαρξία
τους΄ δίνουμε ένα παράδειγμα από ‘’ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ’’ με δύο μερικότερα: ‘’Εντρύφημα στο σώμα της αγάπης το σώμα
σου’’ ή ‘’Καμιά φορά στο φως μιας αστραπής στεγνώνεις’’. Kι ένα από άλλο της ποίημα: ‘’Του είναι αβάσταχτη η βαρύτητα της αγάπης’’. Το σχετικό ποίημα
έχει αυτόν ακριβώς τον τίτλο ‘’ Η
ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ’’.
Ποίηση που ξέρει τι να πει και πώς να
το πει, έτοιμη να πληρώσει για τις επιλογές της, να συντριβεί, αλλά και να
ματώσει και να κατορθώσει να παραμείνει μια ανυπόταχτη φωνή ελευθερίας, μια και
η απόφασή της είναι δεδομένη, όπως τονίζει σ΄ ένα χαρακτηριστικό της στίχο: ‘’ Θα μάχομαι’’. Στίχοι που μέσα ‘’στη
μέθη των νερών’’ κατέχει καλά να
δείχνει ‘’μια θάλασσα που ξέρω πως πάντα
υπάρχει’’, να ξεκινά από μια κουκίδα στο βάθος του ορίζοντα, ν΄ απλώνει και ν΄ απλώνεται στα βάθη των οριζόντων
και στα βάθη της θάλασσας, που μόνη της σταλάζει την πίκρα και μπορεί σταγόνα
τη σταγόνα να φτιάχνει μια θάλασσα και να μας ταξιδεύει επεκτείνοντας στο
σημαίνον και το σημαινόμενο: ‘’Θάλασσα
απρόσωπη πολιτεία/δημιούργημα των δακρύων της ιστορίας μας’’. Το υδάτινο
στοιχείο γενικότερα δια-δραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στην ποιητική της πότε σαν
δάκρυ και πόνος, πότε σαν πλατιά θάλασσα ‘’αμίλητη,
κουφή και τυφλή’’ και πότε σαν ‘’
μέθη των νερών’’ να πάρει δυο σώματα ερωτικά, να τα κάνει καράβια και να τα
ταξιδέψει εκεί όπου όλα ακινητούν, λιμνάζουν και σήπονται.
Και μέσα σ΄ όλο της
το ποιητικό βεληνεκές ο άνθρωπος-δέντρο να επιμένει ν΄ αρνείται την ευτέλεια
των συμβιβασμών: ‘’Όχι, όχι δεν δέχομαι /όχι,
όχι αρνούμαι./Όχι, όχι δεν με πονάνε /τα ξεφτισμένα οράματα /οι ξεφτισμένοι
άνθρωποι’’.
Ένα λυρικό
οδοιπορικό μέσα σ΄ ένα καλοκαιρινό τοπίο, με πεύκα και καλαμιές, που χορεύουν
στον άνεμο και μ ΄ αυτό το
συγκλονιστικό: ‘’Μ΄ ένα αντίο στο νερό/
που τρέχει πάνω στα σώματα’’.
Τέσσερις ενότητες απαρτίζουν το ποιητικό σώμα και αίμα τούτης της
συλλογής, που κυκλοφόρησε σε καλαίσθητη έκδοση από τον Γαβριηλίδη και έχει στο
εξώφυλλο τον πίνακα της ζωγράφου Κωνσταντίνας Συλίκου, που έρχεται σε αγαστή
συμπόρευση με τους στίχους της Αθανασίας Δανέλη. Τρία δέντρα, μια εξομολόγηση
εκ βαθέων, μια προσέγγιση του θαύματος που ονομάζουμε ΖΩΗ, ένας εξομολογητικός
καταγραφέας, που κινείται ανάμεσα στην αλήθεια και την εσωτερική ταξινόμηση και
εκδοχή (σ΄ έναν κόσμο που δε νογά, Οδυσσέας Ελύτης):
‘’Κλαίω πέρα από
κάθε δάκρυ /κραυγάζω ως τις άκρες /της κραυγής’’.
Η ποίηση της Αθανασίας Δανέλη έχει
κοινωνικά μηνύματα, είναι φωνή ευθύνης και επιλογής, πυρίμαχο εργαλείο, που
κάθε φορά ψάχνει: ‘’για το ταξίδι μας
καινούργια ρότα’’. (Οδ.Ελύτης ‘’Δεν πα να μην αρέσεις. Το παν είναι η ρότα
σου’’. ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ).
Τα πρώτα τέσσερα ποιήματα της συλλογής έχουν γενικότερο θέμα, σημείο
και άξονα αναφοράς την ίδια την ποίηση, που μ΄ αυτήν η ποιήτρια ανοίγει ‘’ένα παράθυρο στη νύχτα’’ και τους ‘’θρυμματισμένους πόθους’’ της τους ανακτά μέσα σε μια ατμόσφαιρα όπου
είμαστε ‘’θύτες και θύματα παράνοιας
μαζικής και κτητικής’’. Μέσα από τους στίχους της η ποιήτρια ομολογεί πως
γράφει για να ξορκίσει το σκοτάδι σ΄ ένα δύσκολο καιρό, που περιφρονούμε την
ποίηση, αλλά μ΄ ένα μεγάλο όπλο-αφετηρία, τέλος κι αρχή ταυτόχρονα ‘’μες στις αποσκευές μου έχω ένα δάκρυ’’.
Η ποίηση γράφεται πάνω στο ‘’λευκό
χαρτί’’, όπως πάνω του γράφεται η από-γνωση,
η οποία σ΄ ένα δεύτερο πλάνο είναι και τραγικά απο-καλυπτική, αφού από γνώση
(από-γνωση) γράφεται η αληθινή ιστορία του κόσμου.
(Ουράνα Διοματάρη
‘’Ο ποιητής γράφει την ιστορία του κόσμου’’).
Μέσα στα όνειρα
μιας άγρυπνης νύχτας η ποιήτρια Αθανασία Δανέλη φέρνει στο νου παράλληλες
μνήμες και οράματα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας, του Θεόφιλου και της
Κασσιανής, του γερο-ποιητή και του
Βελζεβούλ, με τις ‘’λέξεις, το μυστικό
παιχνίδι των ποιητών’’.
Όταν γύρω τα παραθυρόφυλλα είναι κλειστά, οι
ποιητές γίνονται παιδιά που αναζητώντας την αθωότητα δεν είναι παρά ‘’βαρκούλες μοναχικές σε διάπλου άγνωστου
προορισμού’’.
Η Αθανασία Δανέλη είναι γνήσια και
αυθεντική ποιήτρια, που κατορθώνει να μας δίνει μια ποίηση ως καιομένη βάτο, με
πίκρα και αίμα ψυχής, που φέρει μέσα της έντονα σημεία βροχής και δακρύων απ΄
τη μια και κεριά πόνου και φωτιά που κατακαίει από την άλλη παλιά οράματα και
αγάπες: ‘’Όπως ξέρουν πως το απόβροχο
είναι πιο άδειο απ΄ τη βροχή. Τουλάχιστον εκείνη σβήνει τα θλιμμένα κεριά, όπως
το τσιγάρο καίει τους παλιούς πόθους’’.
Στην
ενότητα ‘’ΕΓΩ, Ο ΑΛΛΟΣ’’, έχουμε να κάνουμε
με μια εσωτερικής καύσεως τραυματική εκδοχή της ποιήτριας, όπου εκείνη κι ο
εαυτός της, το εγώ και το άλλο παλεύουν απεγνωσμένα σ΄ ένα τοπίο όπου φεύγει η
ζωή, τρέχουν τα τρένα και η θάλασσα είναι πικρή. ‘’Τα τρένα τρέχουν… Γεμάτα τραυματίες κι εγώ αλλάζω γάζες στα δικά μου
τραύματα νοσταλγώντας παραδείσους’’. Και ξανά η παρουσία της βροχής, η απουσία
του συνανθρώπου, τα φύλλα, τα πουλιά, οι ομπρέλες, το αίσθημα της παγερότητας και της μοναξιάς, αυτή η ξεχωριστή ευαισθησία και μουσικότητα, που
χαρακτηρίζει τα ποιήματα της Δανέλη.
Εγώ και ο άλλος, τόση μοναξιά μέσα στο πλήθος, αλλά ‘’Πες πως είσαι συ ο άλλος που περπατάει
μόνος που πλαγιάζει μόνος που συνωστίζεται μέσα στο πλήθος μόνος’’.
Τα μικρά άτιτλα είναι επτά ποιήματα,
τα οποία έχουν γραφτεί δίκην επιγράμματος ή και χάι-κου εκφράζοντας μια γνωμική
ποίηση, όπου έρχεται σε διασταύρωση η ποίηση με τη φιλοσοφία. Παράδειγμα: ‘’΄Ακου τη φωνή σου είν’ ο λόγος./ Τα δάκρυά σου ο αντίλογος. /Η σιωπή
σου, ο διάλογος.’’
Κι αυτό το υπέροχο
για το χρόνο και τον πόνο: ‘’Ο
χρόνος σαν την αστραπή/ προτού χαρείς το
φως της /φεύγει. /Κι ο πόνος σαν τον κεραυνό /σ’ απανθρακώνει.’’
Η Αθανασία Δανέλη γράφει με το χέρι
στην καρδιά, αλλά παράλληλα δουλεύει το στίχο-στόχο, με λεξιλόγιο πλούσιο και με
μια διαλεκτικότητα μοναδική, που κατορθώνει το φευγαλέο να το αποτυπώνει με
διαχρονικότητα: ‘’Καμιά φορά στο φως μιας
αστραπής /στεγνώνεις. /Τότε ας προλάβαινα να φωτογραφίσω/της αγάπης το σώμα’’.
Στη ‘’ΜΥΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ’’, που συνιστά την τρίτη ενότητα, επικεντρώνεται
με μια περισσότερο εξομολογητική γραφή η σιωπή και η πνιχτή κραυγή του έρωτα
και ‘’της αβάσταχτης βαρύτητας της αγάπης’’,
αφού ‘’αβάσταχτη η ελαφρότητα του είναι
μας, κατά Κούντερα’’. Εδώ μέσα λοιπόν εστιάζεται το παλιό γεφύρι, που
ενώνει το χώρο και το χρόνο, το αληθινό ημερολόγιο της ζωής, όπου μέρες, μήνες,
αιώνες, χρόνια τώρα:‘’Τα μάτια της αγάπης
μας λικνίζονται /σα βάρκες ακυβέρνητες /σ΄ ασπριδερές λιμνούλες αταξίδευτες’’ και
η ποιήτρια στη μέθη των νερών, των ανεκπλήρωτων πόθων και στη διαφάνεια των
δακρύων να ξεκινά να διανύσει την απόσταση προσκαλώντας μας: ‘’Έλα, δεν έχουμε άλλο δρόμο να διανύσουμε
/από εκείνο το παλιό μονοπάτι./Εκείνο το κακοτράχαλο/ με την άγρια φύση της
αγάπης’’.
Η ‘’ΥΠΑΡΞΗ’’
είναι η τελευταία ενότητα της ποιητικής συλλογής της Αθανασίας Δανέλη. Εδώ ο
θάνατος και η ζωή, η αρχή και το τέλος, η μνήμη και η λήθη, η ατμόσφαιρα του
παραλογισμού γύρω μας, η ωριμότητα που ‘’έχει
το σύνδρομο του άδειου κόσμου’’, το ταξίδι και η σκουριασμένη άγκυρα της
ζωής, τα οράματα και οι διαψεύσεις, διατρέχουν τους στίχους της, η σημασία του
αδιάπτωτου και αδιάκοπου αγώνα, αδιαφορώντας για το τέλος:‘’Είναι ένα παιδί που
χτίζει/ κάστρα στην άμμο /χωρίς να νοιάζεται /όταν το κύμα /τού τα γκρεμίζει’’.
Η νυχτερινή
αφύπνιση και περισυλλογή και πάντα η αγάπη ανορθόγραφη,
μαθήτρια ανεπίδεκτη μαθήσεως, απρόβλεπτη, ακαριαία, οριακή, ασυμβίβαστη, η
θάλασσα και μέσα της η ποιήτρια, πότε πανί, πότε ναυαγός και συντρίμμι στα
βράχια της ζωής, έτοιμη όμως πάλι ν΄ αρμενίσει μ΄ ένα σάπιο ξύλο και ν΄ ανοιχτεί
στο γνωστό άγνωστο, με πλήρη επίγνωση της
αδυναμίας, αλλά παρ΄ όλ΄ αυτά έτοιμη να παίξει ζάρια τη ζωή και το θάνατο.
‘’ Για το ταξίδι μας καινούργια ρότα’’.
Ένα αγαπημένο απόσπασμα από το Μονόγραμμα του Ελύτη.
…Είναι νωρίς ακόμη μές στον κόσμο
αυτόν, μ΄ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα,
μ΄ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό,
μ΄ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους
ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους
τσακίζει, μ΄ ακούς
Είμ΄ εγώ, μ΄ ακούς
Σ΄ αγαπώ, μ΄ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ΄
ακούς
Πού μ΄ αφήνεις, πού πάς και
ποιος, μ΄ ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ΄ τους
κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων
οι λάβες
Θά ΄ρθει μέρα, μ΄ ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες
ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα,
μ΄ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά,
μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας
ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ΄ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ΄
ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη
εκκλησία, μ΄ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ΄ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ΄
ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά
και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ΄ ακούς
Ή κανείς ή και οι δύο μαζί, μ΄
ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας
και, μ΄ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν΄ ανθίσει αλλιώς,
μ΄ ακούς
Σ΄ άλλη γη, σ΄ άλλο αστέρι, μ΄
ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει
ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ΄ ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε
σ΄ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους
βοριάδες, μ΄ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς,
μ΄ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ΄
ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ΄ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι
ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος
κλαίει- ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος
φωνάζει- ακούς;
Είμ΄ εγώ που φωνάζω κι είμ΄ εγώ
που κλαίω, μ΄ ακούς
Σ΄ αγαπώ, σ΄ αγαπώ, μ΄ ακούς.
Και η δική μου ανάγνωση.
Είναι νωρίς ακόμα για την ανθρωπότητα να νιώσει το μεγαλείο της
αληθινής αγάπης. Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα που κρύβουμε μέσα μας. Ο φόβος,
ο εγωισμός, το ασυνείδητο το γεμάτο απωθημένα, κόμπλεξ, ανεξερεύνητα ακόμα
σπήλαια, που δεν έχουμε αναγνωρίσει και αποδεχτεί. Ο ποιητής έχει ένα μαχαίρι
να τσακίζει τους κλώνους των άστρων, να εξημερώνει τα τέρατα.
Και εξημερώνοντάς τα διευρύνεται, γίνεται αυτός που αγαπάει και την κρατάει και
την πάει. Ποια; Τη γυναίκα, εξωτερικά. Της φοράει το λευκό νυφικό της Οφηλίας.
Γιατί επιλέγει την Οφηλία; Ήταν ένα τραγικό πρόσωπο και ο αγαπημένος της, ο
Άμλετ, είχε αμφιλεγόμενα συναισθήματα για αυτήν. Και οι δυο τους ανήκουν στον
πάνθεον των καταραμένων ηρώων. Μήπως επειδή οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ακόμα
ανώριμες, τραγικές, γεμάτες αντιφάσεις; Αλλά το νυφικό της είναι λευκό, που
συμβολίζει την αθωότητα, αυτήν την αθωότητα της αγάπης γυρεύει ο ποιητής και η
Οφηλία, εκτός από ηρωίδα του Σαίξπηρ είναι και δορυφόρος του Ουρανού, όπως
δορυφόρος του πνεύματος είναι αυτός που αναζητεί την αλήθεια της αγάπης. κατευθυνόμενος από το Φως ο ποιητής ανέρχεται στις ανώτερες πνευματικές σφαίρες, εκεί
την πάει, την ανεβάζει, όταν έχει έμπνευση, ενώνεται με τον Ανώτερο Εαυτό. Η
αγάπη του είναι που τον ανεβάζει. Αλλά θέλει να κρατήσει για πάντα την
ευδαιμονία. Τη βλέπει να χάνεται και φοβάται. Πού μ΄ αφήνεις; Έρχεται μέσα του
ο φόβος του θανάτου. Έρχεται ο φόβος του χρόνου, που κάνει στο πέρασμά του και τους Αγίους να δακρύζουν,
γιατί όλα αλλάζουν, πεθαίνουν, γίνονται πέτρες, που πάνω τους γράφεται η απονιά
των ανθρώπων. Αλλά ο χρόνος, αυτός ο αμείλικτος, που σκορπίζει τον άνθρωπο, σαν
πικρά βότσαλα στη θάλασσα, είναι και μια μεγάλη εκκλησία. Μαζί με την πίκρα για
τη ζωή που χάνεται, σε διδάσκει πώς να πραγματώνεις στην κάθε στιγμή την αγάπη,
πώς να κοιτάζεις ψηλά, εκεί που οι καμπάνες ανοίγουν ένα πέρασμα βαθύ, εκεί που
περιμένουν οι άγγελοι με νεκρώσιμους ψαλμούς, εκεί που αφυπνίζεται η συνείδηση
κι ο παλιός εαυτός πεθαίνει, για να γεννηθεί ο πνευματικός άνθρωπος περνώντας
μέσα απ΄ το βαθύ πέρασμα. Αλλά ο ποιητής γνωρίζει πως χωρίς αγάπη, χωρίς την
ένωση με την αγαπημένη του δεν έχει αξία ο παράδεισος, δεν υπάρχει παράδεισος.
‘’Πουθενά δεν πάω, μ΄ ακούς, ή κανείς ή και οι δυο μαζί, μ΄ ακούς;’’ Το
λουλούδι της καταιγίδας, της λέει, μαζί το κόψαμε. Μαζί θέλει να πορευτούν στο
δρόμο της αγάπης, που είναι όμορφος σαν λουλούδι, αλλά μέσα στην καταιγίδα,
δύσβατος δρόμος συνάμα. Μια για πάντα, στον αιώνα, όχι για λίγο, όχι για όσο
μας είναι βολικό κι όχι αλλού, παρά εδώ και τώρα, σ΄ αυτό το χώμα, που
αγγίζουμε, να γειώσουμε την αληθινή αγάπη. Σαν μοναδικοί κηπουροί να
ευτυχήσουμε να τινάξουμε λουλούδι μες τη μέση της θάλασσας, μέσα στα αχανή νερά
των συναισθημάτων, το υπέροχο λουλούδι της αγάπης. Η αγάπη, με τη δύναμή της -το
θέλημα- κυριαρχεί μες τη μέση του ασυνειδήτου και ανεβάζει στη συνείδηση
ολόκληρο νησί με σπηλιές και κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς, κρυμμένα μυστικά
από τον ίδιο μας τον εαυτό, κομμάτια του ασυνειδήτου, που καθώς γίνονται συνειδητό,
είναι γκρεμοί, που τους βλέπει ο ποιητής, αλλά ανθισμένοι. Και μέσα στο ταξίδι
της αυτογνωσίας, που συνεχίζει, είναι αυτός που μιλάει στα νερά, αυτός που
κλαίει. Είναι αυτός που βλέπει τα συναισθήματά του (συμβολίζονται με τα νερά),
τα κενά του, την ανθρώπινη φύση του, αυτός που κλαίει, γιατί ως άνθρωπος έχει
αδύναμες όψεις, αυτός που φωνάζει, γιατί ζητάει την αγάπη, γιατί ξέρει ότι
χωρίς την αγάπη δεν θα μπορέσει να λυτρωθεί, αλλά δεν ρωτάει ‘’μ΄ αγαπάς;’’.
Έχει κάνει ένα βήμα πιο πάνω. Έχει νιώσει την αληθινή αγάπη. Λέει σ΄ αγαπώ.
Ρωτάει όμως ‘’ μ΄ ακούς;’’, γιατί ακόμα τον νοιάζει να ακούσει η αγαπημένη του
με την καρδιά, όχι με τ΄ αυτιά, να
νιώσει κι εκείνη το ίδιο, να λυτρωθούν μέσα από την ένωση. Αν δεν τον ακούσει,
δεν θα προχωρήσει ούτε εκείνος, ας περιμένουν οι άγγελοι, δεν θα περάσει το
βαθύ πέρασμα, δεν θα πάει πουθενά. Ο ποιητής γνωρίζει ότι δεν υπάρχει
παράδεισος χωρίς την πραγμάτωση της αγάπης. Βλέπει την ομορφιά του παράδεισου.
Βλέπει με την ένωσή του με το πνευματικό πεδίο, μέσα από την έμπνευση, τους
αγγέλους, αλλά δεν του φθάνει η ατομική ευδαιμονία. ‘’΄Η κανείς ή κι οι δυο
μαζί, μ΄ ακούς.’’. Κι εδώ, στο τέλος του ποιήματος, δεν βάζει ερωτηματικό στο
ακούς, βάζει τελεία. Σαν να λέει, γνωρίζω πως ακούς, θέλω ν΄ ακούς, την αλήθεια
της αγάπης δεν γίνεται να μην την ακούς. Αλλιώς, λέει στο δίστιχο στην αρχή του
Μονογράμματος ‘’θα πενθώ πάντα -μ΄ ακούς;- για σένα μόνος, στον Παράδεισο.’’…
Υ.Γ. Ευχαριστώ
Οδυσσέα Ελύτη για την ομορφιά που μας χαρίζεις.
Παρουσίαση Βιβλίου ''Η Πολιτεία της Λευτεριάς'' του Θεμιστοκλή Λυκιαρδόπουλου.
Εδώ παραθέτω το κείμενο, με το οποίο παρουσίασα, στις 14/5/2012, στον πολιτιστικό χώρο ''Passport'' το βιβλίο του Θεμιστοκλή Λυκιαρδόπουλου ''Η πολιτεία της λευτεριάς''.
''Στο
βιβλίο ‘’Η πολιτεία της λευτεριάς’’ ο συγγραφέας εξ αρχής δηλώνει ότι δεν είναι
παρά ένας αναζητητής της αλήθειας. Αναζητάει τον τρόπο ν΄ απαλλαγεί από φόβους,
αδυναμίες, εμμονές. Υπάρχει τρόπος; Σ΄ αυτό το ερώτημα μια πρώτη απάντηση θα
μπορούσε να είναι ένα ακόμα ερώτημα. Το ίδιο πρόβλημα το αντιμετωπίζουν όλοι οι
άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο; Στο ίδιο πρόβλημα γίνονται όλοι το ίδιο δυστυχείς,
στην ίδια ένταση, με την ίδια διάρκεια; Για άλλους το πρόβλημα είναι μια
συμφορά, για άλλους είναι μια δυσκολία, για άλλους μια πρόκληση για επίλυσή
του. Η ζωή είναι ωραία, αλλά ποιος έζησε ποτέ χωρίς προβλήματα; Το θέμα είναι
να βρούμε τρόπους να τα διαχειριζόμαστε καλλίτερα. Το θέμα είναι να μη μας
διαχειρίζονται τα προβλήματα. Αυτός είναι ο σκοπός του συγγραφέα, να ορίζει ο
ίδιος την ευτυχία του. Αυτό είναι το θέμα του βιβλίου. Μας δείχνει ένα δρόμο.
Το κάνει
με ταπεινότητα. Δηλώνει ότι δεν κατέχει την αναμφισβήτητη αλήθεια, ότι δεν έχει
φτάσει στο τέλος του δρόμου, ότι δεν γνωρίζει καν αν έχει τέλος αυτός ο δρόμος.
Παρουσιάζει το δικό του οδοιπορικό και τους τρόπους που ο ίδιος βρήκε, για να
διαχειρίζεται και να μεταλλάσσει τις αγωνίες σε κατανόηση, εγκαρτέρηση,
συμπόνια, χαρά. Σε μια εποχή που δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ονομάζουν
τους εαυτούς τους Δασκάλους της ανθρωπότητας, ο Θ. Λυκιαρδόπουλος σπεύδει να δηλώσει
ότι δεν είναι Δάσκαλος και ότι δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Προτρέπει τον
αναγνώστη που διψάει για την απόλυτη
αλήθεια να την αναζητήσει στους φωτισμένους Δασκάλους. Κι όσο για αυτά που θα
διαβάσει στο δικό του το βιβλίο τον προτρέπει να μην πιστέψει τίποτα, αν δεν
ρωτήσει πρώτα τη δική του εσωτερική φωνή. Προτού βυθιστεί στο διάβασμα του
βιβλίου του, ο αναγνώστης νιώθει την αφοπλιστική ειλικρίνεια, την εντιμότητα
και τη σεμνότητα του συγγραφέα.
Ο συγγραφέας είναι μόνο ένας αναζητητής
της αλήθειας, όπως θα μπορούσε να είναι ο καθένας από μας, που αναζητάει την
ευτυχία, τη λύτρωση. Όπως είναι τελικά ο καθένας μας, είτε το γνωρίζει, είτε
όχι. Επειδή ο καθένας μας αναζητάει την ευτυχία, με χίλιους τρόπους, μέσα από
λάθη και πόνο. Τότε πού έγκειται
η διαφορά και γιατί ένα ακόμα βιβλίο; Η διαφορά είναι ότι ο συγγραφέας γνωρίζει
ότι αναζητά την αλήθεια και συνειδητά βαδίζει το δρόμο που οδηγεί προς αυτήν. Η
διαφορά είναι ότι ο συγγραφέας παρατηρεί
την ίδια στιγμή ό,τι ζει, ό,τι αισθάνεται, ό,τι σκέφτεται και καταγράφει την αυτοπαρατήρησή
του.
Γράφει
ένα ‘’μυθιστόρημα’’, στο οποίο μύθος είναι η ζωή του, όχι ως μια αλληλουχία
γεγονότων, με πλοκή εξωτερική, με αρχή, μέση και τέλος, αλλά η ζωή του, όπως
την αισθάνεται και όπως την προσλαμβάνει με τη σκέψη του, η ζωή του, καθώς
παρατηρεί τις διεργασίες του νου του. Είναι η αυτοβιογραφία του νου του. Είναι
η αποκάλυψη της σχέσης και του διαλόγου που δημιουργείται ανάμεσα στο νου του
και στον εσωτερικό παρατηρητή που ο ίδιος συνειδητά έχει εγκαταστήσει μέσα του.
Είναι η αφήγηση της συνειδητότητας. Είναι η εξιστόρηση ενός εσωτερικού ταξιδιού
με προορισμό την πολιτεία της λευτεριάς. Πού να βρίσκεται αυτή η πολιτεία;
Άραγε να υπάρχει και τι είδους ελευθερία μας υπόσχεται; Ελευθερία από ποιον;
Από κάποιον εξωτερικό εχθρό; Ο συγγραφέας είναι ο καπετάνιος του πλοίου που
ταξιδεύει με προορισμό την πολιτεία της απελευθέρωσης από τα δεσμά του νου, την
πολιτεία εκείνη που ο νους από δυνάστης γίνεται υπηρέτης του ανθρώπου. Δεν
είναι εύκολο το ταξίδι, δεν είναι προβλέψιμο, χωρίς ανατροπές. Περνάει μέσα από
θύελλες και μπουρίνια, αλλά είναι συναρπαστικό. Γιατί μόνο ταξιδεύοντας
ανακαλύπτει κανείς νέους τόπους. Μόνο ταξιδεύοντας δεν αφήνεται να σαπίζει στα
βρόμικα νερά κάποιου λιμανιού δεμένος με μια σκουριασμένη άγκυρα. Και
ταξιδεύοντας ο καπετάνιος καταγράφει την πορεία, κρατάει εσωτερικό ημερολόγιο,
με αυτοπαρατήρηση βήμα-βήμα, από τη δυστυχία στη λύτρωση πόντο-πόντο. Κι ύστερα
αυτό το παράξενο ημερολόγιο, το γεμάτο συναισθήματα και σκέψεις έρχεται να το
μοιραστεί μαζί μας. Μια κατάθεση ψυχής, με απόλυτη ειλικρίνεια, μια εξομολόγηση
εκ βαθέων μοιρασμένη όχι με
τον ψυχαναλυτή του, όχι με τον πνευματικό του, όχι με το φίλο του, αλλά με τον
κάθε άνθρωπο που διαβάζοντάς τη θα νιώσει πόσο κοινή είναι η πορεία της
ανθρωπότητας, πόσο κοινά είναι όσα μας βασανίζουν. Μέσα από το διάβασμα του
βιβλίου ο αναγνώστης ενώνεται με το συγγραφέα, υπερβαίνει όλα όσα φανταζόταν πως
μας χωρίζουν, πέρα από τάξεις και φυλές και φύλα, ο συγγραφέας και ο αναγνώστης
γίνονται ένας άνθρωπος που βαδίζει το δρόμο από τον πόνο στη λύτρωση. Η
υπέρβαση επέρχεται στον αναγνώστη, επειδή ο συγγραφέας υπερβαίνει πρώτος το εγώ
του. Επειδή υπερβαίνει το φόβο της έκθεσης.
Θα
μπορούσε να χρησιμοποιήσει δύο ήρωες, έναν Δάσκαλο κι έναν μαθητή και να εξιστορήσει σε τρίτο
πρόσωπο. Αλλά προτιμάει το δύσκολο δρόμο. Το πρώτο πρόσωπο. Την ομολογία των
αδυναμιών του. Την αντιμετώπιση κατά πρόσωπο της πιθανής απόρριψης, την
αποκάλυψη κάθε σκοτεινής γωνιάς του νου του. Βγάζοντας να στεγνώσει στο φως όλο
το σκοτάδι του κάνει ένα ακόμα πέρασμα στην ελευθερία με την ίδια την έκδοση
του βιβλίου του, με το μοίρασμά του με τον κάθε αναγνώστη. Ξέροντας πως θέλει
αρετή και τόλμη η ελευθερία, όπως είχε πει ο Κάλβος κι όπως όχι τυχαία το
παραθέτει ο συγγραφέας στο βιβλίο του, τολμάει όχι μόνο να
παρατηρεί το νου του και ν΄ αναζητεί τη ρότα της ευτυχίας, αλλά και να
μοιραστεί τον ίδιο του τον εαυτό μαζί μας. Και δεν δείχνει μόνο τόλμη αλλά και
αρετή, αφού δεν ζητάει για τον εαυτό του τίτλους, αφού απ΄ την αρχή δηλώνει με
σεμνότητα πως δεν είναι Δάσκαλος, αντίθετα αναφέρεται συχνά στο Δάσκαλό του που
του έδειξε το δρόμο.
Το βιβλίο αυτό δεν διαβάζεται με μία ανάγνωση.
Μπορεί να αποτελέσει μια πυξίδα σ΄ όποιον θελήσει να αναζητήσει την πολιτεία
της λευτεριάς. Μπορεί να γίνει μια ενθύμηση παρηγορητική σ΄ εκείνον που
υποφέρει. Αρκεί να θυμάται την ώρα που βυθίζεται στον πόνο την ομολογία του
συγγραφέα πως αν ένας
άλλοτε τόσο δυστυχισμένος όσο ο ίδιος μπορεί τώρα να ευτυχεί, τότε ο καθένας
μας μπορεί.
Ζούμε σε καιρούς δύσκολους, ιδιαίτερα τώρα, ιδιαίτερα στη
χώρα μας. Ανασφάλεια, οικονομική κρίση, ανεργία, κρίση αξιών, οργή, άγχος,
κατάθλιψη, αυτοκτονίες. Τι απομένει, όταν όλα έχουν καταρρεύσει; Τι απομένει
στον νέο που λαχταράει να βρει δουλειά, να επιβιώσει μόνος του, αλλά και να
δημιουργήσει, να κάνει όνειρα, οικογένεια; Τι απομένει στον πατέρα που αδυνατεί
να βοηθήσει τα παιδιά του και τι στον συνταξιούχο, που μετά από έναν αγώνα μιας
ζωής, αισθάνεται αδικαίωτος;
Μέσα σ΄
αυτό το τοπίο της ομίχλης έρχεται ο συγγραφέας και μας δείχνει ένα δρόμο. Το δικό του δρόμο. Μας
δείχνει πως η λύτρωση είναι η στροφή
προς τα μέσα. Είναι το ταξίδι προς μια πολιτεία με εσωτερική ελευθερία, είναι η
αναζήτηση του πυρήνα της Ύπαρξής μας, είναι η δόμηση του Εαυτού, που θα μας
κρατήσει όρθιους. Είναι αυτό που τόσο θαυμαστά είχε πει ο Διονύσιος Σολωμός
‘’Χαρές και πλούτη κι αν χαθούν και τα βασίλεια κι όλα, τίποτα δεν είναι, σαν
στητή μένει η ψυχή κι ολόρθη’’.
Μόνο που για να μένει η ψυχή στητή κι
ολόρθη δεν φτάνει το πείσμα, δεν φτάνει μόνο να σφίξεις τα δόντια.
Χρειάζεται
εργασία εσωτερική, χρειάζεται η απόφαση να ξεκινήσει κανείς το ταξίδι για την
πολιτεία της λευτεριάς. Ο συγγραφέας έχει ξεκινήσει από καιρό. Δεν ξέρει αν το
ταξίδι αυτό έχει τέλος. Ξέρει πως το ίδιο το ταξίδι είναι που κάνει τη ζωή του
ουσιαστική κι αυτή τη γνώση τη λυτρωτική έρχεται να μοιραστεί μαζί μας. ''
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


